Meaning of νέφος | Babel Free
/ˈne.fos/Ορισμοί
-
το σύννεφο formal
- ανδρικό όνομα
- η πυκνή (ορατή) συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα καπνού και άλλων ρύπων
-
οι ενδείξεις για μια αρνητική εξέλιξη figuratively, plural-normally
- στους γαλαξίες μικρό και μεγάλο νέφος του Μαγγελάνου
- ο χώρος μέσα στον οποίο κινούνται τα ηλεκτρόνια γύρω από τον πυρήνα
Ισοδύναμα
English
cloud
Παραδείγματα
“νέφος αιθαλομίχλης, φωτοχημικό νέφος”
“το νέφος ηλεκτρονίων”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.