Meaning of μύριοι | Babel Free
/ˈmiɾ.ʝi/Ορισμοί
-
δέκα χιλιάδες (10.000) archaic
-
πάρα πολλοί, αναρίθμητοι figuratively
-
όπως στην #Προφορά με συνίζηση figuratively
Παραδείγματα
“Στο έργο του Ξενοφώντα «Κύρου ἀνάβασις» περιγράφεται η περίφημη «κάθοδος των μυρίων» προς τη Μαύρη Θάλασσα.”
“Χίλιοι μύριοι καλογέροι, σ' ένα ράσο τυλιγμένοι. Τι είναι; Το ρόδι.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.