Σημασία του μόχλευση | Babel Free
Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού μοχλεύω
- μετακίνηση ή μετατόπιση ενός πράγματος με τη χρήση μοχλού
-
επιρροή που μπορεί να ασκήσει κάποιος για να επιτύχει τους στόχους του σε πολιτικές, οικονομικές ή άλλου είδους διαπραγματεύσεις figuratively
- χρήση δανειακών κεφαλαίων με προκαθορισμένο κόστος (τόκους) για να αυξηθεί η ικανότητα μιας επιχείρησης να επενδύσει και να έχει υψηλότερες αποδόσεις, αλλά συνήθως με υψηλό ρίσκο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Χρησιμοποιούν την αρχή της μόχλευσης για να σηκώνουν αντικείμενα που ειδάλλως δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν.”
“Καλό θα ήταν εμείς, ως κατά τεκμήριο «αδύναμο» έθνος, να αναγνωρίσουμε και να ενεργοποιήσουμε την όποια διαπραγματευτική μόχλευση διαθέτουμε, το συντομότερο. (Σ. Βολιώτης, «Η διαπραγματευτική μόχλευση». Εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 12 Οκτ. 2012)”
“Ο «αστραφτερός» νέος τρόπος λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος περιλαμβάνει την υψηλή μόχλευση. (Ανώνυμος, «Η ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος». Εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 19 Οκτ. 2008)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free