HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μόχθος | Babel Free

Noun masculine CEFR B1

Ορισμοί

  1. κούραση, η επίπονη εργασία
  2. το αποτέλεσμα σκληρής εργασίας

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Ὁ κοπετὸς κι' ὁ μόχθος τοὺς ἔγινε συνήθεια,”
“παχαίνουν κοιλιόδουλοι,”
“καὶ σέρνουν ξεμαλλιάρα στοὺς δρόμους τὴν Ἀλήθεια”
“ρακένδυτοι Μπερτόδουλοι.”
“(Γεώργιος Σουρής, Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Δ', τέλος 19ου - αρχές 20 αιώνα)”
“ο μόχθος του εργάτη”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μόχθος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course