Meaning of μόνωση | Babel Free
/ˈmo.no.si/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μονώνω, η κάλυψη με ειδικά υλικά, ώστε να υπάρχει προστασία αλλά και να εμποδίζεται η κυκλοφορία ή απώλεια (κατά περίσταση της θερμότητας, της υγρασίας, του ήχου, του ηλεκτρισμού κ.λπ.
-
το σύνολο των μονωτικών υλικών που χρησιμοποιούνται στην ως άνω διαδικασία figuratively
- η απομόνωση
Ισοδύναμα
English
insulation
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.