HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μόνωση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ˈmo.no.si/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μονώνω, η κάλυψη με ειδικά υλικά, ώστε να υπάρχει προστασία αλλά και να εμποδίζεται η κυκλοφορία ή απώλεια (κατά περίσταση της θερμότητας, της υγρασίας, του ήχου, του ηλεκτρισμού κ.λπ.
  2. το σύνολο των μονωτικών υλικών που χρησιμοποιούνται στην ως άνω διαδικασία
    figuratively
  3. η απομόνωση

Ισοδύναμα

English insulation

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μόνωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course