Meaning of μωσαϊκό | Babel Free
/mo.sa.iˈko/Ορισμοί
- πάτωμα που έχει προέλθει από το τρίψιμο της επιφάνειας συμπαγούς μάζας χρωματισμένου τσιμέντου και χαλικιών διαφόρων μεγεθών με αποτέλεσμα να δίνει την αίσθηση του ψηφιδωτού
- ψηφιδωτό
-
χαρακτηρισμός συνόλου ομοειδών αντικειμένων που έχουν ανομοιογένεια μεταξύ τους figuratively
- με σοκολάτα και μπισκότα, περισσότερο γνωστό ως κορμός
Ισοδύναμα
English
Mosaic
Παραδείγματα
“Το σαλόνι έχει μωσαϊκό και οι κρεβατοκάμαρες παρκέ.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.