HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μωσαϊκό

Ουσιαστικό CEFR B1
mo.sa.iˈko

Ορισμοί

  1. πάτωμα που έχει προέλθει από το τρίψιμο της επιφάνειας συμπαγούς μάζας χρωματισμένου τσιμέντου και χαλικιών διαφόρων μεγεθών με αποτέλεσμα να δίνει την αίσθηση του ψηφιδωτού
  2. ψηφιδωτό
  3. χαρακτηρισμός συνόλου ομοειδών αντικειμένων που έχουν ανομοιογένεια μεταξύ τους
    figuratively
  4. με σοκολάτα και μπισκότα, περισσότερο γνωστό ως κορμός

Ισοδύναμα

35 more languages

Παραδείγματα

“Το σαλόνι έχει μωσαϊκό και οι κρεβατοκάμαρες παρκέ.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μωσαϊκό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free