μπρόκολο
Ορισμοί
μονοετές φυτό (είδος λάχανου: κράμβη η λαχανώδης) της οικογένειας των Κραμβοειδών (Σταυρανθών) του γένους Κράμβη (Brassica), ύψους 50-90 εκατοστών, με πυκνές ταξιανθίες στο άκρο του κεντρικού άξονα και των κλαδιών
Ισοδύναμα
34 more languages
Българскиброколи
Catalàbròcoli
Češtinabrokolice
Cymraegbrocoli
DeutschBrokkoli
Esperantobrokolo
Gaeilgebrocailí
Gàidhligbrocail
Galegobrócoli
עבריתברוקולי
हिन्दीहरी गोभी
Magyarbrokkoli
Հայերենբրոկկոլի
Bahasa Indonesiabrokoli
ქართულიბროკოლი
한국어브로콜리
Te Reo Māoripuananī
Nederlandsbroccoli
Русскийброкколи
Svenskabroccoli
ไทยบรอกโคลี
Tagalogbrokuli
Türkçebrokoli
Παραδείγματα
“Το μπρόκολο αποτελεί πλούσια πηγή σουλφοραφάνης, μιας ουσίας που έχει φανεί ότι προσφέρει αντικαρκινική προστασία. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free