Meaning of μπομπότα | Babel Free
/boˈbota/Ορισμοί
- ψωμί που παρασκευάζεται από καλαμποκάλευρο
- γυναικείο επώνυμο
-
ένα είδος πίτας που παρασκευάζεται από καλαμποκάλευρο figuratively
Παραδείγματα
“※ Η μπομπότα που έτρωγε στην Κατοχή -που ήταν νέος και ωραίος-, εκείνος ο χυλός από καλαμποκάλευρο που χόρταινε την πείνα του, «το νοστιμότερο πράμα στον κόσμο!» (Comfort food, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 3/1/2010)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.