μπεν μαρί
Ορισμοί
μαγειρικό σκεύος, πυρίμαχο ή μεταλλικό μπολ που έχει τοποθετηθεί πάνω από κατσαρόλα με βραστό νερό (κάποιες φορές το αγγίζει, άλλες όχι, ανάλογα με την συνταγή)
Ισοδύναμα
11 more languages
Catalàbany maria
Danskvandbad
Esperantobolbano
Suomivesihaude
Italianobagnomaria
日本語湯煎
Portuguêsbanho-maria
Русскийводяна́я ба́ня
Svenskavattenbad
Παραδείγματα
“※ Τα υλικά τοποθετούνται σε γυάλινο μπουκάλι το οποίο βράζουμε μέσα σε κατσαρόλα με ζεματιστό νερό (μπεν-μαρί) μέχρι να εξατμιστεί το κρασί (Μοναχός Πολύκαρπος, Παραδοσιακές Αγιορείτικες Θεραπείες Θεραπευτικά Φυτά - Βότανα | Ασθένειες - Τρόποι Αντιμετώπισης, 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free