Σημασία του μπεν μαρί | Babel Free
ˈben maˈriΟρισμοί
μαγειρικό σκεύος, πυρίμαχο ή μεταλλικό μπολ που έχει τοποθετηθεί πάνω από κατσαρόλα με βραστό νερό (κάποιες φορές το αγγίζει, άλλες όχι, ανάλογα με την συνταγή)
Ισοδύναμα
Català
bany maria
Dansk
vandbad
English
bain-marie
Esperanto
bolbano
Suomi
vesihaude
Français
bain-marie
Italiano
bagnomaria
日本語
湯煎
Português
banho-maria
Русский
водяна́я ба́ня
Svenska
vattenbad
Παραδείγματα
“※ Τα υλικά τοποθετούνται σε γυάλινο μπουκάλι το οποίο βράζουμε μέσα σε κατσαρόλα με ζεματιστό νερό (μπεν-μαρί) μέχρι να εξατμιστεί το κρασί (Μοναχός Πολύκαρπος, Παραδοσιακές Αγιορείτικες Θεραπείες Θεραπευτικά Φυτά - Βότανα | Ασθένειες - Τρόποι Αντιμετώπισης, 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free