Meaning of μπεν μαρί | Babel Free
/ˈben maˈri/Ορισμοί
μαγειρικό σκεύος, πυρίμαχο ή μεταλλικό μπολ που έχει τοποθετηθεί πάνω από κατσαρόλα με βραστό νερό (κάποιες φορές το αγγίζει, άλλες όχι, ανάλογα με την συνταγή)
Παραδείγματα
“※ Τα υλικά τοποθετούνται σε γυάλινο μπουκάλι το οποίο βράζουμε μέσα σε κατσαρόλα με ζεματιστό νερό (μπεν-μαρί) μέχρι να εξατμιστεί το κρασί (Μοναχός Πολύκαρπος, Παραδοσιακές Αγιορείτικες Θεραπείες Θεραπευτικά Φυτά - Βότανα | Ασθένειες - Τρόποι Αντιμετώπισης, 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.