μπατονέτα
Ορισμοί
μικρή και λεπτή γλυφίδα με βαμβάκι στις δύο άκρες της, η οποία χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό των αφτιών
Ισοδύναμα
17 more languages
العربيةعُود أُذُن
Danskvatpind
فارسیگوشپاککن
Magyarfültisztító pálcika
Íslenskaeyrnapinni
日本語綿棒
한국어면봉
Nederlandswattenstaafje
Türkçekulak çubuğu
Tiếng Việttăm bông
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free