Meaning of μούντζα | Babel Free
/ˈmu(n).d͡za/Ορισμοί
-
απρεπής και υβριστική χειρονομία που γίνεται offensive
-
δείχοντας σε κάποιον με το ένα ή και τα δύο χέρια μαζί το εσωτερικό μέρος της παλάμης με όλα τα δάκτυλα ανοιγμένα, τεντωμένα και σε απόσταση μεταξύ τους offensive
-
η γυναίκα ironic, offensive
-
επιδεικνύοντας τον αντίχειρα, κλεισμένο σφιχτά ανάμεσα στον δείκτη και στο μεσαίο δάχτυλο, υπονοώντας το πέος με τους όρχεις offensive
-
με την πρόταση του χεριού με τον δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο ανοίγοντάς τα σε σχήμα διχάλας, που υποτίθεται ότι κατευθύνεται στα μάτια του άλλου offensive
-
επιδεικνύοντας τα οπίσθια (ενίοτε γυμνά για επίταση της προσβολής) με ελαφρό σκύψιμο μπροστά και χτυπώντας με το ένα χέρι ή και με τα δύο χέρια μαζί πάνω στους γλουτούς offensive
-
επιδεικνύοντας το μεσαίο δάχτυλο offensive
-
απόρριψη, περιφρόνηση και γενικότερα οποιαδήποτε αρνητική στάση εις βάρος κάποιου figuratively
Παραδείγματα
“δείχνω, ρίχνω μια μούντζα σε κάποιον ή σε κάτι”
“Πάρε μια μούντζα! ≈ συνώνυμα: πάρε πέντε, όρσε”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“※ Το είδος αυτό της μούντζας ήταν συνηθισμένο και από άλλους λαούς (Σκοτσέζοι) αλλά και αγαπημένο στο στρατηγό Γ. Καραϊσκάκη ο οποίος σε κάποια τέτοια περίπτωση έφαγε στον κώλο βόλι από τους Τούρκους.”
“※ … χρησιμοποιείται ως μούντζα, σύμφωνα με τα ξένα πρότυπα που διαδόθηκε στη χώρα μας από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, και η επίδειξη του μεσαίου δαχτύλου τεντωμένου ψηλά με τα υπόλοιπα δάχτυλα διπλωμένα μέσα στην παλάμη η οποία βλέπει προς το πρόσωπο του ατόμου που μουντζώνει·”
“≈ συνώνυμα: κωλοδάχτυλο”
“Έφαγε πολλές μούντζες στη ζωή.”
“≈ συνώνυμα: χαστούκι”
“※ Κάθονταν δυο μούντζες στο τραπεζάκι και κουτσομπόλευαν όποιον περνούσε.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.