μονομελής
Ορισμοί
- που αποτελείται από ένα μέλος
- μονομελές
Παραδείγματα
“※ Η πρωτοβάθμια μονομελής πειθαρχική επιτροπή της Super League ανακοίνωσε την ποινή της για τα γεγονότα στο παιχνίδι ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και τον Ιωνικό. Οι πράσινοι τιμωρήθηκαν με δύο αγωνιστικές κεκλεισμένων των θυρών και πρόστιμο 70.000 ευρώ. Η ποινή να σημειωθεί πως είναι εφέσιμη. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free