Meaning of μονομερής | Babel Free
/mo.no.meˈɾis/Ορισμοί
- που έχει σχέση μ’ ένα κομμάτι, ένα τμήμα του όλου
- που δεν διέπεται από αντικειμενικότητα και πληρότητα
- που εκπορεύεται ή πραγματοποιείται από ένα μόνο από δύο ή περισσότερα μέρη
- ...
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.