Meaning of μερακλής | Babel Free
/me.ɾaˈklis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αυτός που έχει μεράκι γι' αυτό που κάνει
- αυτός που ενεργεί με γούστο και αίσθηση του ωραίου
- αυτός που του αρέσουν τα ωραία και δημιουργημένα με μεράκι πράγματα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.