Meaning of μεζές | Babel Free
/meˈzes/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- μικρή ποσότητα (πικάντικου) φαγητού, συνήθως για να συνοδεύσει ένα ποτό
- κάτι νόστιμο
- έδεσμα
- μικρή μερίδα ή μπουκιά ενός φαγητού ως πρόγευση, ορεκτικό ή για δοκιμή
-
μικρό μέρος από κάτι familiar, figuratively
Παραδείγματα
“ούζο με μεζέ”
“Καθίστε να πάρουμε ένα μεζέ”
“※ Η ψητή γουρνοπούλα είναι ο περίφημος μεζές της Μεσσηνίας, αλλά τον βρίσκεις και στην Αθήνα. Αν έχεις πάει Καλαμάτα θα έχεις δοκιμάσει σίγουρα τη σπεσιαλιτέ της, τη «γουρνοπούλα» (χωρίς το μεσαίο ου) (Πού θα βρεις νόστιμη γουρνοπούλα στην Αθήνα;, athensvoice.gr, 1/10/2022, https://www.athensvoice.gr/city-guide/tip-of-the-day/773016/pou-tha-vreis-nostimi-gournopoula-stin-athina/)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.