HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μεζές

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
meˈzes

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. μικρή ποσότητα (πικάντικου) φαγητού, συνήθως για να συνοδεύσει ένα ποτό
  3. κάτι νόστιμο
  4. έδεσμα
  5. μικρή μερίδα ή μπουκιά ενός φαγητού ως πρόγευση, ορεκτικό ή για δοκιμή
  6. μικρό μέρος από κάτι
    familiar, figuratively

Ισοδύναμα

26 more languages
العربيةمزة
Azərbaycan diliməzə
Bosanskimezeмезе
Catalàtapes
Ελληνικάαλμυρός
हिन्दीतप
Hrvatskimezeмезе
Kurdîmêze
Latinasapidus
Македонскимезе
Nederlandstapa'stapas
Српскиmezeмезе
Svenskatapas
தமிழ்தவம்
తెలుగుతపస్సు
Türkçegözlememeze

Παραδείγματα

“ούζο με μεζέ”
“Καθίστε να πάρουμε ένα μεζέ”
“※ Η ψητή γουρνοπούλα είναι ο περίφημος μεζές της Μεσσηνίας, αλλά τον βρίσκεις και στην Αθήνα. Αν έχεις πάει Καλαμάτα θα έχεις δοκιμάσει σίγουρα τη σπεσιαλιτέ της, τη «γουρνοπούλα» (χωρίς το μεσαίο ου) (Πού θα βρεις νόστιμη γουρνοπούλα στην Αθήνα;, athensvoice.gr, 1/10/2022, https://www.athensvoice.gr/city-guide/tip-of-the-day/773016/pou-tha-vreis-nostimi-gournopoula-stin-athina/)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μεζές σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free