HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μεγα-

Φράση CEFR B1
me.ɣα

Ορισμοί

  1. πρόθημα που δηλώνει ότι το β΄ συνθετικό
  2. άλλη μορφή του μεγα-
  3. έχει υπερβολικά μεγάλες διαστάσεις
  4. χαρακτηρίζει έντονα το προσδιοριζόμενο
  5. έχει παθολογικά μεγάλη ανάπτυξη
  6. μεγαλύτερη κατά ένα εκατομμύριο φορές από τη βασική μονάδα

Ισοδύναμα

Englishmega-
Españolmega-
Françaisméga-
19 more languages
Češtinamega-
Danskmega-
Deutschmega-
עבריתמג־מגה
Magyarmega-
Bahasa Indonesiamaha-mega-
Italianomega-
한국어메가-
Bahasa Melayumega-
Nederlandsmega-
Polskimega-
Portuguêsmega-
Русскиймега-
Svenskamega-
Türkçemega-
Українськамега-
Tiếng Việt

Παραδείγματα

μεγα- (mega-) + βατ (vat, “watt”) → μεγαβάτ (megavát, “megawatt”)”
μεγα- (mega-) + κύκλος (kýklos, “cycle”) → μεγάκυκλος (megákyklos, “megacycle”)”
“μεγάθυμος”
“μεγαγναθία”
“μεγαβάτ, μεγατόνος, μεγάκυκλος, μεγαμπέρ”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μεγα- σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free