Meaning of μεγα- | Babel Free
/me.ɣα/Ορισμοί
- πρόθημα που δηλώνει ότι το β΄ συνθετικό
- άλλη μορφή του μεγα-
- έχει υπερβολικά μεγάλες διαστάσεις
- χαρακτηρίζει έντονα το προσδιοριζόμενο
- έχει παθολογικά μεγάλη ανάπτυξη
- μεγαλύτερη κατά ένα εκατομμύριο φορές από τη βασική μονάδα
Ισοδύναμα
English
mega-
Παραδείγματα
“μεγα- (mega-) + βατ (vat, “watt”) → μεγαβάτ (megavát, “megawatt”)”
“μεγα- (mega-) + κύκλος (kýklos, “cycle”) → μεγάκυκλος (megákyklos, “megacycle”)”
“μεγάθυμος”
“μεγαγναθία”
“μεγαβάτ, μεγατόνος, μεγάκυκλος, μεγαμπέρ”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.