HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μεγαλο- | Babel Free

Phrase CEFR B1
/me.ɣa.lo/

Ορισμοί

  1. α’ συνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη την έννοια
  2. του μεγάλου από πολλές απόψεις: σε μέγεθος, όγκο, ηλικία, σημασία κ.λπ. κυριολεκτικά ή μεταφορικά
  3. του παθολογικά μεγάλου

Παραδείγματα

“μεγαλογράμματος, μεγαλογιατρός”
“μεγαλόνησος, μεγαλόκαρδος”
“μεγαλέμπορος”
“μεγαλοκεφαλία”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μεγαλο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course