Meaning of μεγαλο- | Babel Free
/me.ɣa.lo/Ορισμοί
- α’ συνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη την έννοια
- του μεγάλου από πολλές απόψεις: σε μέγεθος, όγκο, ηλικία, σημασία κ.λπ. κυριολεκτικά ή μεταφορικά
- του παθολογικά μεγάλου
Παραδείγματα
“μεγαλογράμματος, μεγαλογιατρός”
“μεγαλόνησος, μεγαλόκαρδος”
“μεγαλέμπορος”
“μεγαλοκεφαλία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.