Meaning of μελανο- | Babel Free
/me.la.no/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό σε λόγια σύνθετα που δηλώνει
- την ιδιότητα του μαύρου, μελανού χρώματος
- παθολογική αλλοίωση του χρώματος εκείνου που ορίζεται από το δεύτερο συνθετικό ή την παρουσία μελανίνης
- σχέση με το μελάνι
Παραδείγματα
“μελανοχίτωνας”
“μελανόμορφος”
“μελανοκύτταρο”
“μελανίνη”
“μελανοδοχείο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.