HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βατ

Ουσιαστικό CEFR C2
ˈvat

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. η μονάδα μέτρησης της ισχύος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων, ίση με 1 τζάουλ ανά δευτερόλεπτο.

Ισοδύναμα

EnglishWatt
Françaisfeurwatt
36 more languages
العربيةوَاط
Azərbaycan dilivatt
Българскиват
Češtinawatt
DeutschWatt
Suomiwatti
Gàidhliguàt
Galegovatiowatt
עבריתואט
हिन्दीवॉट
Magyarwatt
Íslenskavatt
Italianowatt
日本語ワット
ქართულივატი
Қазақ тіліватт
ភាសាខ្មែរវ៉ាត់
한국어와트
ລາວວັດ
Lietuviųvatas
Latviešuvats
Македонскиват
Монголватт
မြန်မာဝပ်
Nederlandswatt
Polskiwat
پښتوواټ
Portuguêswatt
Русскийватт
Svenskawatt
Kiswahiliwati
Українськават
O'zbekchavatt
Tiếng Việtoát

Παραδείγματα

“Ο κύριος Βατ ήρθε στη συνάντηση.”

Mr. Vat came to the meeting.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βατ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free