Meaning of μαόνι | Babel Free
/maˈo.ni/Ορισμοί
- το ερυθρωπό, ιδιαίτερα ανθεκτικό ξύλο των δέντρων του είδους Swietenia (3 είδη) της οικογένειας των Μελιίδων που το χρώμα του βαθαίνει σε καστανοκόκκινο με το πέρασμα του χρόνου -αυθεντικού μαονιού θεωρουμένου εκείνου της πλατύφυλλης μελιίδας της Ονδούρας (λέγεται και "μαόνι Ονδούρας"), όμως υπάρχει και ο όρος γενικά "αμερικανικό μαόνι"
- ξύλο που μοιάζει με το πρώτο μαόνι που κυκλοφόρησε στην ευρωπαϊκή και αμερικανική αγορά, όμως προέρχεται από άλλα δέντρα, π.χ. "αφρικανικό μαόνι" (από μελιίδα, όμως άλλου ειδους, την Khaya), μαόνι Κούβας, μαόνι από κεδρέλη, μελία και από άλλα δέντρα που μερικά από αυτά δεν ανήκουν στην οικογένεια των Μελιίδων.
Ισοδύναμα
English
Mahogany
Παραδείγματα
“Η κρεβατοκάμαρα της ήταν όλο μαόνι.”
Her bedroom was all in mahogany.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.