μασέλα
Ορισμοί
- η τεχνητή οδοντοστοιχία
- γυναικείο επώνυμο
- η φυσική οδοντοστοιχία
Ισοδύναμα
25 more languages
Danskgebis
DeutschDentitiondie dritten Zähnedritte Zähnefalsche ZähneGebisskünstliche GebissProtheseZahnersatzZahnprotheseZahnung
Ελληνικάοδοντοστοιχία
Magyarműfog
Հայերենատամնաշար
Íslenskafalskar tennur
Latinadentitio
Bahasa Melayugigi palsu
Românădantură falsă
Παραδείγματα
“※ Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω.”
“※ 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941, Μάγκας, Κεφάλαιο ΣΤ, χ.ε., αρχική δημοσίευση: 1935.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free