HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μασέλα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/maˈse.la/

Ορισμοί

  1. η τεχνητή οδοντοστοιχία
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. η φυσική οδοντοστοιχία

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω.”
“※ 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941, Μάγκας, Κεφάλαιο ΣΤ, χ.ε., αρχική δημοσίευση: 1935.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μασέλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course