Σημασία του μασέλα | Babel Free
maˈse.laΟρισμοί
- η τεχνητή οδοντοστοιχία
- γυναικείο επώνυμο
- η φυσική οδοντοστοιχία
Ισοδύναμα
Dansk
gebis
Deutsch
Dentition
die dritten Zähne
dritte Zähne
falsche Zähne
Gebiss
künstliche Gebiss
Prothese
Zahnersatz
Zahnprothese
Zahnung
Ελληνικά
οδοντοστοιχία
Français
appareil
dentaire
dentaire
dentier
dentition
denture
denture artificielle
dentures
Partiel
prothèse dentaire
râtelier
Magyar
műfog
Հայերեն
ատամնաշար
Íslenska
falskar tennur
Latina
dentitio
Bahasa Melayu
gigi palsu
Română
dantură falsă
Παραδείγματα
“※ Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω.”
“※ 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941, Μάγκας, Κεφάλαιο ΣΤ, χ.ε., αρχική δημοσίευση: 1935.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free