Meaning of μασέλα | Babel Free
/maˈse.la/Ορισμοί
- η τεχνητή οδοντοστοιχία
- γυναικείο επώνυμο
- η φυσική οδοντοστοιχία
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω.”
“※ 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941, Μάγκας, Κεφάλαιο ΣΤ, χ.ε., αρχική δημοσίευση: 1935.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.