Meaning of μασελάκι | Babel Free
/ma.seˈla.ci/Ορισμοί
- κινητός νάρθηκας για ορθοδοντική στήριξη, ή λεύκανση ή άλλες αγωγές
-
μικρή μασέλα, μερική οδοντοστοιχία diminutive
Παραδείγματα
“Τα σιδεράκια είναι ακίνητη ορθοδοντική συσκευή ενώ το μασελάκια κινητή. Τα μασελάκια ολοκληρώνουν την ορθοδοντική θεραπεία.”
“μασελάκια ύπνου για αντιμετώπιση του ροχαλητού”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.