Meaning of μαζικός | Babel Free
/ma.zi.ˈkos/Ορισμοί
- που είναι ή γίνεται σε τεράστια ποσότητα
- που αναφέρεται ή που περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ατόμων
- που σχετίζεται με την μάζα
Ισοδύναμα
English
massic
Παραδείγματα
“μαζική υστερία”
mass hysteria
“μαζική συγκέντρωση”
mass meeting
“μαζικός αριθμός”
mass number
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.