Meaning of μάτσα | Babel Free
/ˈma.t͡sa/Ορισμοί
- το σιδερένιο κατασκεύασμα που κρατάει την ποδιά ενός πρυμνιού πανιού
- ιαπωνική λεπτή σκόνη κινεζικής προέλευσης από φύλλα πράσινου τσαγιού αναπτυγμένα στην σκιά που προσδίδει έντονη γεύση ουμάμι· αποτελεί πλούσια πηγή αντιοξειδωτικών και χρησιμεύει επιπλέον ως άρτυμα
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάτσο accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο επώνυμο
- σφυρί, βαριοπούλα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Ισοδύναμα
English
matcha
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.