Meaning of μάνταλο | Babel Free
Ορισμοί
- μακρόστενο κομμάτι από μέταλλο ή ξύλο συνήθως, με ορθογώνια διατομή, το οποίο είναι ελεύθερο να περιστραφεί στο ένα του άκρο γύρω από άξονα ενώ το άλλο του άκρο είναι ελεύθερο να πέσει είτε εντός εγκοπής είτε πάνω σε άλλη προεξοχή η οποία το εμποδίζει να κινηθεί περαιτέρω έτσι ώστε να παραμένει σταθερά στην ίδια θέση. Χρησιμεύει στο να ασφαλίζει ένα αντικείμενο (που κατά τ' άλλα είναι συνήθως περιορισμένο να κινείται εντός σταθερής τροχιάς), όπως π.χ. ένα παραθυρόφυλλο, ένας κινητός φράκτης κλπ., ώστε αυτό είτε να ακινητοποιείται σε μία συγκεκριμένη θέση ή να μην είναι ελεύθερο να κινηθεί ανεξάρτητα.
- μηχανισμός που χρησιμοποιείται για να ασφαλίζει τις πόρτες ή τα παράθυρα και χρησιμοποιεί διαφορετική τεχνική από τον σύρτη
Ισοδύναμα
English
Latch
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.