HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λωτός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
[lɔˈtɔs]

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. γένος Lotus των ψυχανθών που περιλαμβάνει περίπου 100 ποώδη ή θαμνώδη πολύ διαδεδομένα φυτά, με κίτρινα (κυρίως), κόκκινα ή λευκά άνθη
  3. ο καρπός του φυτού Diospyros lotus, και γενικά όλων των ειδών του γένους Diospyros, ο οποίος έχει σχεδόν σφαιρικό σχήμα, πορτοκαλί έως κόκκκινο χρώμα και στυφή γεύση, μόλις κοπεί από το δέντρο. Αν αφεθεί μερικές μέρες, γίνεται γλυκός και ζουμερός
  4. καρπός που κάνει όποιον τον φάει να περνά στον κόσμο της λησμονιάς και της ονειροπόλησης. Αναφέρεται στην Οδύσσεια.

Ισοδύναμα

24 more languages
Catalàbanús
Češtinatomel
Esperantopersimono
Suomikaki
עבריתאפרסמון
Íslenskadöðluplóma
Italianocachi
日本語柿の木
ភាសាខ្មែរទន្លាប់
한국어감나무
Latinalotus
Русскийхурма
Српскиhurmaхурма
ไทยพลับ
Tiếng Việthồng

Παραδείγματα

“Ο Λωτός είναι γνωστός επιχειρηματίας.”

Lotos is a well-known businessman.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λωτός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free