Meaning of λυχνάρι | Babel Free
Ορισμοί
φορητή λάμπα, που λειτουργεί με λάδι ή λίπος και φιτίλι.
Ισοδύναμα
English
oil lamp
Παραδείγματα
“※ Τον άκουσε που κάτι σκάλιζε εκεί στη σκοτεινή γωνιά του κελιού, όπου δεν καλοέφτανε το φως του λυχναριού. (Ισίδωρος Ζουργός (2014) Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.