Meaning of λυγμός | Babel Free
/liɣˈmos/Ορισμοί
η απότομη σύσπαση που κάνει το στήθος και ο λάρυγγας κατά τη διάρκεια ισχυρού και παρατεταμένου κλάματος
Ισοδύναμα
English
Sob
Παραδείγματα
“κλαίω με λυγμούς”
to sob
“※ Επειδή ο μακαρίτης ήταν αρκετά τσιγκούνης, δεν υπήρξαν ούτε γόοι ούτε κοπετοί. Μόνο ρυθμικοί λυγμοί ανά διαστήματα. Η Φιλίντα, κάτω από την πλερέζα, κοίταζε σαν χαμένη τριγύρω. (Χρήστος Ναούμ, Γυμνός σε κοινή θέα, εκδ. Καστανιώτη, 2016)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.