Meaning of λοσιόν | Babel Free
/loˈsi̯on/Ορισμοί
υγρό παρασκεύασμα, συχνά με άρωμα ή και οινόπνευμα, το οποίο χρησιμοποιείται για τη φροντίδα του δέρματος ή των μαλλιών
Ισοδύναμα
English
Lotion
Παραδείγματα
“※ Αλκοολούχος λοσιόν οινοπνεύματος 95 βαθμών, για χρήση ως καθαριστικό και ήπιο αντισηπτικό. Ακατάλληλη για την παρασκευή ποτών ή τροφίμων. (από ιστοσελίδα πώλησης ειδών φαρμακείου, ανάκτηση 4/1/2026)”
“μετά το μπάνιο συνηθίζει να βάζει λοσιόν στο σώμα της”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.