HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μαλακτικός

Επίθετο CEFR B2

Ορισμοί

  1. που μαλακώνει (κάνει πιο μαλακό)
  2. που μαλακώνει τον λαιμό και το πεπτικό σύστημα και καταπραΰνει τον πόνο, τον βήχα, που λειτουργεί ως αποχρεμπτικό, βλεννολυτικό κλπ

Ισοδύναμα

26 more languages
العربيةمرطّب
Azərbaycan dilibəlğəmgətirici
Gàidhligcaomh
עבריתמרכך
Bahasa Indonesiaemolien
한국어거담제
Tiếng Việtđiều hòa

Παραδείγματα

“μαλακτική κρέμα για τα μαλλιά”
“Το σαλέπι χρησιμοποιείται κυρίως στην Ανατολή αλλά και στην Ελλάδα ως χειμωνιάτικο θερμαντικό, μαλακτικό και θρεπτικό πρωινό ρόφημα (από το λήμμα της Βικιπαίδειας Σαλέπι)”
“το μέλι μαλακώνει τον ξερόβηχα, αλλά και τα αποχρεμπτικά και βλεννολυτικά φαρμακευτικά σκευάσματα είναι επίσης μαλακτικά”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μαλακτικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free