HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαλακτικός | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που μαλακώνει (κάνει πιο μαλακό)
  2. που μαλακώνει τον λαιμό και το πεπτικό σύστημα και καταπραΰνει τον πόνο, τον βήχα, που λειτουργεί ως αποχρεμπτικό, βλεννολυτικό κλπ

Παραδείγματα

“μαλακτική κρέμα για τα μαλλιά”
“Το σαλέπι χρησιμοποιείται κυρίως στην Ανατολή αλλά και στην Ελλάδα ως χειμωνιάτικο θερμαντικό, μαλακτικό και θρεπτικό πρωινό ρόφημα (από το λήμμα της Βικιπαίδειας Σαλέπι)”
“το μέλι μαλακώνει τον ξερόβηχα, αλλά και τα αποχρεμπτικά και βλεννολυτικά φαρμακευτικά σκευάσματα είναι επίσης μαλακτικά”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαλακτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course