Meaning of μαλακτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που μαλακώνει (κάνει πιο μαλακό)
- που μαλακώνει τον λαιμό και το πεπτικό σύστημα και καταπραΰνει τον πόνο, τον βήχα, που λειτουργεί ως αποχρεμπτικό, βλεννολυτικό κλπ
Παραδείγματα
“μαλακτική κρέμα για τα μαλλιά”
“Το σαλέπι χρησιμοποιείται κυρίως στην Ανατολή αλλά και στην Ελλάδα ως χειμωνιάτικο θερμαντικό, μαλακτικό και θρεπτικό πρωινό ρόφημα (από το λήμμα της Βικιπαίδειας Σαλέπι)”
“το μέλι μαλακώνει τον ξερόβηχα, αλλά και τα αποχρεμπτικά και βλεννολυτικά φαρμακευτικά σκευάσματα είναι επίσης μαλακτικά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.