Meaning of λιθο- | Babel Free
/li.θo/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που αναφέρεται
- στον λίθο, την πέτρα ή σε πετρώματα
- στην παθολογική δημιουργία λίθων σε όργανα του σώματος και στον τρόπο θεραπείας τους
Παραδείγματα
“λιθοδομή, λιθοβολώ, λιθογενής”
“λιθόσφαιρα, λιθόχτιστος”
“λιθοτριψία”
“λιθαγωγός”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.