Meaning of λιπο- | Babel Free
/li.po/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που δηλώνει
- ότι λείπει, υπάρχει έλλειψη αυτού που σημαίνει το δεύτερο συνθετικό
- πρώτο συνθετικό που δηλώνει αναφορά σε λίπος ή λιπαρές ουσίες
- ότι εγκαταλείπεται αυτό που εκφράζεται στο δεύτερο συνθετικό
Παραδείγματα
“λιποβαρής (του λείπει βάρος)”
“λιπόψυχος (του λείπει θάρρος, ψυχή)”
“λιποτάκτης”
“λιπένορκος”
“λιποκύτταρο”
“λιπόφοβος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.