Meaning of λεμονιά | Babel Free
/le.moˈɲa/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμόνι accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο επώνυμο
- αειθαλές οπωροφόρο δέντρο (λατινικό όνομα Citrus limon) με ελλειψοειδή φύλλα και άνθη με άσπρα πέταλα, το οποίο κατάγεται από την Ασία και παράγει τον καρπό λεμόνι
- γυναικείο όνομα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Λεμονιάς)
Ισοδύναμα
English
lemon
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.