Meaning of λεκτικός | Babel Free
/le.ktiˈkos/Ορισμοί
- αποτελούμενος από λέξεις
- λεγόμενος ή εκφραζόμενος με λέξεις
- που αναφέρεται στον λόγο και τις λέξεις
Ισοδύναμα
English
verbal
Παραδείγματα
“λεκτική επικοινωνία”
verbal communication
“λεκτική κακοποίηση”
verbal abuse
“λεκτικό σφάλμα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.