Meaning of λατέξ | Babel Free
/laˈteks/Ορισμοί
- άλλη μορφή του λατέξ
- ελαστικό κόμμι, εύκαμπτο και ανθεκτικό υλικό (καουτσούκ) που προέρχεται από τον γαλακτώδη χυμό κάποιων δέντρων ή παρασκευάζεται με τεχνητό τρόπο και χρησιμοποιείται για την κατασκευή γαντιών, προφυλακτικών, ειδών ένδυσης κ.λπ.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.