λατερίτης
Ορισμοί
στρώμα του εδάφους ή του υπεδάφους με μεγάλη περιεκτικότητα σε οξείδια ή υδροξείδια του σιδήρου ή του αργιλίου, χρήσιμο στην παραγωγή τούβλων ή στις στρώσεις δρόμων, αλλά και πρώτη ύλη στην παραγωγή σιδηρονικελίου (όταν περιέχει οξείδιο του νικελίου)
Ισοδύναμα
4 more languages
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free