Meaning of λατερίτης | Babel Free
Ορισμοί
στρώμα του εδάφους ή του υπεδάφους με μεγάλη περιεκτικότητα σε οξείδια ή υδροξείδια του σιδήρου ή του αργιλίου, χρήσιμο στην παραγωγή τούβλων ή στις στρώσεις δρόμων, αλλά και πρώτη ύλη στην παραγωγή σιδηρονικελίου (όταν περιέχει οξείδιο του νικελίου)
Ισοδύναμα
English
Laterite
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.