HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λατέρνα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/laˈteɾ.na/

Ορισμοί

  1. μηχανικό μουσικό λαϊκό όργανο, κρουστό, φορητό· o πλανόδιος μουσικός γυρίζει ένα στρόφαλο κι έτσι περιστρέφεται ένας κύλινδρος με καρφωμένα στην επιφάνειά του καρφιά, τα οποία κρούουν τις χορδές
  2. παραφορτωμένο ή παράταιρο ντύσιμο
    figuratively

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“≋ ταυτόσημα: ρομβία”
“πώς βγαίνεις ετσι έξω, ντυμένη σαν λατέρνα;”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λατέρνα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course