Meaning of λατέρνα | Babel Free
/laˈteɾ.na/Ορισμοί
- μηχανικό μουσικό λαϊκό όργανο, κρουστό, φορητό· o πλανόδιος μουσικός γυρίζει ένα στρόφαλο κι έτσι περιστρέφεται ένας κύλινδρος με καρφωμένα στην επιφάνειά του καρφιά, τα οποία κρούουν τις χορδές
-
παραφορτωμένο ή παράταιρο ντύσιμο figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“≋ ταυτόσημα: ρομβία”
“πώς βγαίνεις ετσι έξω, ντυμένη σαν λατέρνα;”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.