Meaning of λαμέ | Babel Free
/laˈme/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ύφασμα από γυαλιστερό υλικό που αντανακλά έντονη μεταλλική λάμψη
-
στον πληθυντικό: ρούχα, παπούτσια και διάφορα εξαρτήματα από γυαλιστερό υλικό, συνήθως χαμηλής ποιότητας κι αισθητικής, που αποσκοπούν στον εύκολο εντυπωσιασμό figuratively
Ισοδύναμα
English
Lame
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.