HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λαμέ | Babel Free

Noun CEFR B1
/laˈme/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. ύφασμα από γυαλιστερό υλικό που αντανακλά έντονη μεταλλική λάμψη
  3. στον πληθυντικό: ρούχα, παπούτσια και διάφορα εξαρτήματα από γυαλιστερό υλικό, συνήθως χαμηλής ποιότητας κι αισθητικής, που αποσκοπούν στον εύκολο εντυπωσιασμό
    figuratively

Ισοδύναμα

English Lame

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λαμέ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course