HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λακτόζη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

σάκχαρο που απαντά κυρίως στο γάλα σε φυσική μορφή αλλά χρησιμοποιείται και στη ζαχαροπλαστική για να προσδώσει όγκο και ως βελτιωτικό γεύσης στα λουκάνικα -δισακχαρίτης που σχηματίζεται από τη γλυκόζη και τη γαλακτόζη του γάλακτος

Ισοδύναμα

English Lactose

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λακτόζη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course