Σημασία του λακτόζη | Babel Free
Ορισμοί
σάκχαρο που απαντά κυρίως στο γάλα σε φυσική μορφή αλλά χρησιμοποιείται και στη ζαχαροπλαστική για να προσδώσει όγκο και ως βελτιωτικό γεύσης στα λουκάνικα -δισακχαρίτης που σχηματίζεται από τη γλυκόζη και τη γαλακτόζη του γάλακτος
Ισοδύναμα
العربية
لَاكْتُوز
Català
lactosa
Čeština
laktóza
English
Lactose
Español
lactosa
עברית
לקטוז
Italiano
lattosio
ქართული
ლაქტოზა
ខ្មែរ
ឡាក់តូស
Македонски
лактоза
Bahasa Melayu
laktosa
Português
lactose
Română
lactoză
Русский
лактоза
Kiswahili
laktosi
Tagalog
laktosa
Türkçe
laktoz
Українська
лактоза
中文
乳糖
ZH-TW
乳糖
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free