Meaning of λακτόζη | Babel Free
Ορισμοί
σάκχαρο που απαντά κυρίως στο γάλα σε φυσική μορφή αλλά χρησιμοποιείται και στη ζαχαροπλαστική για να προσδώσει όγκο και ως βελτιωτικό γεύσης στα λουκάνικα -δισακχαρίτης που σχηματίζεται από τη γλυκόζη και τη γαλακτόζη του γάλακτος
Ισοδύναμα
English
Lactose
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.