HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λακτόζη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

σάκχαρο που απαντά κυρίως στο γάλα σε φυσική μορφή αλλά χρησιμοποιείται και στη ζαχαροπλαστική για να προσδώσει όγκο και ως βελτιωτικό γεύσης στα λουκάνικα -δισακχαρίτης που σχηματίζεται από τη γλυκόζη και τη γαλακτόζη του γάλακτος

Ισοδύναμα

EnglishLactose
Españollactosa
Françaislactose
30 more languages
العربيةلَاكْتُوز
Catalàlactosa
Češtinalaktóza
עבריתלקטוז
Italianolattosio
ქართულილაქტოზა
ភាសាខ្មែរឡាក់តូស
Македонскилактоза
Bahasa Melayulaktosa
Portuguêslactose
Românălactoză
Русскийлактоза
Kiswahililaktosi
Tagaloglaktosa
Türkçelaktoz
Українськалактоза
中文乳糖
繁體中文乳糖

Παραδείγματα

“Πολλοί άνθρωποι δεν αντέχουν τη λακτόζη στο γάλα.”

Many people cannot tolerate the lactose in milk.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λακτόζη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free