Meaning of κύστη | Babel Free
/ˈki.sti/Ορισμοί
- υμενώδης θύλακος του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη
- θύλακας ελαστικός, φούσκα
- νεόπλασμα, όγκος με μορφή κύστεως
- ειδική σακούλα που γεμίζει με κάτι (π.χ. κρύο νερό, πάγο κ.λπ.) και χρησιμοποιείται για ιατρικούς ή άλλους λόγους
Ισοδύναμα
English
Cyst
Παραδείγματα
“ουροδόχος κύστη”
urinary bladder
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.