HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κύστη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/ˈki.sti/

Ορισμοί

  1. υμενώδης θύλακος του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη
  2. θύλακας ελαστικός, φούσκα
  3. νεόπλασμα, όγκος με μορφή κύστεως
  4. ειδική σακούλα που γεμίζει με κάτι (π.χ. κρύο νερό, πάγο κ.λπ.) και χρησιμοποιείται για ιατρικούς ή άλλους λόγους

Ισοδύναμα

English Cyst

Παραδείγματα

“ουροδόχος κύστη”

urinary bladder

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κύστη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course