Σημασία του κόπρος | Babel Free
ˈko.pɾosΟρισμοί
- δήμος της αρχαίας Αθήνας
-
τα κόπρανα, η βρομιά collective
- αδέσποτο σκυλί, κοπριτόσκυλο, κοπρίτης
-
βρόμικη ενέργεια ή υπόθεση figuratively
-
τεμπέλης figuratively, offensive
Ισοδύναμα
Български
тор
Bosanski
тор
Cymraeg
pridd
Suomi
kulkukoira
Gàidhlig
buachar
Galego
can sen dono
Hrvatski
тор
ქართული
ნაკელი
Kurdî
dûng
ਪੰਜਾਬੀ
ਡਗ ਕੁੱਤਾ
Português
cachorro de rua
Română
maidanez
Русский
экскреме́нты
Српски
тор
தமிழ்
தெருநாய்
Παραδείγματα
“※ Ὀσάκις ὁ μελισσοκόμος ἐπισκέπτεται τάς μέλισσάς του εἶναι πάντοτε ὁπλισμένος μέ ξηράν κόπρον, συνήθως βοόος, τήν ὁποίαν ἀνάπτει κατά τήν ὥραν τῆς ἐργασίας του, οὔτε ὥστε μέ τόν καπνόν τόν ὁποῖον ἀποδίδει ἡ κόπρος νά ζαλίζωνται αἱ μέλισσαι (Γεώργιος Εμμανουήλ Πάγκαλος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, ήτοι, Διάγραμμμα γραμματικής και γλωσσάριον του σημερινού γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης.., 1983)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free