κόπρος
Ορισμοί
- δήμος της αρχαίας Αθήνας
-
τα κόπρανα, η βρομιά collective
- αδέσποτο σκυλί, κοπριτόσκυλο, κοπρίτης
-
βρόμικη ενέργεια ή υπόθεση figuratively
-
τεμπέλης figuratively, offensive
Ισοδύναμα
26 more languages
Българскитор
Bosanskiтор
Cymraegpridd
Suomikulkukoira
Gàidhligbuachar
Galegocan sen dono
Hrvatskiтор
ქართულინაკელი
Kurdîdûng
ਪੰਜਾਬੀਡਗ ਕੁੱਤਾ
Portuguêscachorro de rua
Românămaidanez
Русскийэкскреме́нты
Српскитор
தமிழ்தெருநாய்
Παραδείγματα
“※ Ὀσάκις ὁ μελισσοκόμος ἐπισκέπτεται τάς μέλισσάς του εἶναι πάντοτε ὁπλισμένος μέ ξηράν κόπρον, συνήθως βοόος, τήν ὁποίαν ἀνάπτει κατά τήν ὥραν τῆς ἐργασίας του, οὔτε ὥστε μέ τόν καπνόν τόν ὁποῖον ἀποδίδει ἡ κόπρος νά ζαλίζωνται αἱ μέλισσαι (Γεώργιος Εμμανουήλ Πάγκαλος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, ήτοι, Διάγραμμμα γραμματικής και γλωσσάριον του σημερινού γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης.., 1983)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free