Meaning of κόπρος | Babel Free
/ˈko.pɾos/Ορισμοί
- δήμος της αρχαίας Αθήνας
-
τα κόπρανα, η βρομιά collective
- αδέσποτο σκυλί, κοπριτόσκυλο, κοπρίτης
-
βρόμικη ενέργεια ή υπόθεση figuratively
-
τεμπέλης figuratively, offensive
Παραδείγματα
“※ Ὀσάκις ὁ μελισσοκόμος ἐπισκέπτεται τάς μέλισσάς του εἶναι πάντοτε ὁπλισμένος μέ ξηράν κόπρον, συνήθως βοόος, τήν ὁποίαν ἀνάπτει κατά τήν ὥραν τῆς ἐργασίας του, οὔτε ὥστε μέ τόν καπνόν τόν ὁποῖον ἀποδίδει ἡ κόπρος νά ζαλίζωνται αἱ μέλισσαι (Γεώργιος Εμμανουήλ Πάγκαλος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, ήτοι, Διάγραμμμα γραμματικής και γλωσσάριον του σημερινού γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης.., 1983)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.