HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κόπρος | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈko.pɾos/

Ορισμοί

  1. δήμος της αρχαίας Αθήνας
  2. τα κόπρανα, η βρομιά
    collective
  3. αδέσποτο σκυλί, κοπριτόσκυλο, κοπρίτης
  4. βρόμικη ενέργεια ή υπόθεση
    figuratively
  5. τεμπέλης
    figuratively, offensive

Ισοδύναμα

English Dung Ordure

Παραδείγματα

“※ Ὀσάκις ὁ μελισσοκόμος ἐπισκέπτεται τάς μέλισσάς του εἶναι πάντοτε ὁπλισμένος μέ ξηράν κόπρον, συνήθως βοόος, τήν ὁποίαν ἀνάπτει κατά τήν ὥραν τῆς ἐργασίας του, οὔτε ὥστε μέ τόν καπνόν τόν ὁποῖον ἀποδίδει ἡ κόπρος νά ζαλίζωνται αἱ μέλισσαι (Γεώργιος Εμμανουήλ Πάγκαλος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, ήτοι, Διάγραμμμα γραμματικής και γλωσσάριον του σημερινού γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης.., 1983)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κόπρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course