Meaning of κόμπος | Babel Free
/ˈkom.bos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- το σημείο όπου διασταυρώνονται δύο τμήματα του ίδιου ή δύο διαφορετικών σχοινιών (ή άλλων νημάτων) και προκαλείται εξόγκωμα το οποίο σφίγγει αν τραβήξουμε τα δύο διαφορετικά τμήματα
- εξόγκωμα που μοιάζει με κόμπο
- ρόζος
- η μεσαία άρθρωση δακτύλου
-
& (μεταφορικά) δυσκολία στην κατάποση ή στην αναπνοή, κόμπιασμα literally
Ισοδύναμα
English
Knot
Παραδείγματα
“Δένει κόμπο.”
He ties a knot.
“Ένιωσε έναν κόμπο στην καρδία, όταν έμαθε την είδηση του θανάτου του γιου της σε αυτοκινητιστικό ατύχημα.”
“※ Μη μου μιλάς γι' αυτά που πρόκειται να γίνουν όσα φοβάμαι και να διώξω πολεμώ κι όσα μου πεις πως αγαπάς αυτά θα μείνουν να τα θυμάμαι μ' έναν κόμπο στο λαιμό”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.