Meaning of κυρτός | Babel Free
/ciɾˈtos/Ορισμοί
- που έχει σκύψει· σκυμμένος· σκυφτός
- που η επιφάνειά του είναι καμπύλη και το κεντρικό του σημείο μπορεί να έρθει σε επαφή με επίπεδη επιφάνεια
- σχήμα του οποίου οποιαδήποτε δύο σημεία του μπορούν να ενωθούν με ευθύγραμμο τμήμα το οποίο να περιλαμβάνεται μέσα στο σχήμα
Παραδείγματα
“※ Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός ἠγέρθη ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάξας τά σκέλη του. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, 1892)”
“όλα τα τρίγωνα είναι κυρτά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.