HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κυρτός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1
/ciɾˈtos/

Ορισμοί

  1. που έχει σκύψει· σκυμμένος· σκυφτός
  2. που η επιφάνειά του είναι καμπύλη και το κεντρικό του σημείο μπορεί να έρθει σε επαφή με επίπεδη επιφάνεια
  3. σχήμα του οποίου οποιαδήποτε δύο σημεία του μπορούν να ενωθούν με ευθύγραμμο τμήμα το οποίο να περιλαμβάνεται μέσα στο σχήμα

Παραδείγματα

“※ Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός ἠγέρθη ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάξας τά σκέλη του. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, 1892)”
“όλα τα τρίγωνα είναι κυρτά”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κυρτός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course