Meaning of κρατήρας | Babel Free
/kɾaˈti.ɾas/Ορισμοί
- αρχαίο αγγείο μεγάλου μεγέθους, με δύο χερούλια, μέσα στο οποίο αναμείγνυαν το κρασί και το νερό
- ανδρικό επώνυμο
- στόμιο ενός ηφαιστείου, συνήθως στο πάνω μέρος του, από το οποίο βγαίνουν καπνοί, λάβα, στάχτες, κ.α.
-
μεγάλη φυσική οπή στο έδαφος broadly
Ισοδύναμα
English
Crater
Παραδείγματα
“ο μετεωρίτης άνοιξε μεγάλο κρατήρα”
“το έδαφος της Σελήνης είναι γεμάτο κρατήρες”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.