HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κρίνο | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈkri.no/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. ποώδες διακοσμητικό φυτό του γένους Lilium, με κατάλευκα και μυρωδάτα άνθη
  3. αιτιατική ενικού του κρίνος
  4. το λουλούδι του φυτού αυτού

Ισοδύναμα

English Lily

Παραδείγματα

“※ Πού `σαι όμορφη Αθήνα που ανθίζανε τα κρίνα κι οι μικρές με κρινολίνα βγαίνανε στις γειτονιές.”
“άλλες μορφές: κρίνος”
“※ Αθήνα Αθήνα Χαρά της γης και της αυγής μικρό γαλάζιο κρίνο.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κρίνο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course