Meaning of κρίνο | Babel Free
/ˈkri.no/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ποώδες διακοσμητικό φυτό του γένους Lilium, με κατάλευκα και μυρωδάτα άνθη
- αιτιατική ενικού του κρίνος
- το λουλούδι του φυτού αυτού
Ισοδύναμα
English
Lily
Παραδείγματα
“※ Πού `σαι όμορφη Αθήνα που ανθίζανε τα κρίνα κι οι μικρές με κρινολίνα βγαίνανε στις γειτονιές.”
“άλλες μορφές: κρίνος”
“※ Αθήνα Αθήνα Χαρά της γης και της αυγής μικρό γαλάζιο κρίνο.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.