κρινολίνο
Ορισμοί
μακριά γυναικεία φούστα του 19ου αι., η οποία περιέχει πλαίσιο με ελάσματα από αλογότριχα ή μεταλλικά για να σχηματίζει μεγάλο κώνο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Φοροῦσε ταφταδένια φούστα, φαρδυά, ἴδια κρινολίνα, σφιγμένη ὅσο ποὺ πήγαινε στὴ μέση. (Κ. Πολίτης, Eroica, Αθήνα 1937)”
“Μια κυρία χρειαζόταν έναν ολόκληρο πάγκο πάρκου για να καθήσει αυτή και το κρινολίνο της. (Ν. Λαγάκου, Η ενδυμασία διά μέσου των αιώνων, Αθήνα 1998)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free