Meaning of κρέμομαι | Babel Free
/ˈkɾe.mo.me/Ορισμοί
- είμαι αναρτημένος κάπου ψηλά
- έχω κατέβει χαμηλότερα απ’ ό,τι πρέπει και (ενδεχομένως) χάσκω ή φαίνομαι άσχημα
-
εξαρτώμαι figuratively
Παραδείγματα
“Από την ταχύτητα σου κρέμεται η επιτυχία του σχεδίου μας. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.