Meaning of κράτημα | Babel Free
Ορισμοί
- το να κρατάει κάποιος κάτι
-
η ικανότητα να κρατιέται στη θέση του, να διατηρεί σταθερή την πορεία του ένα αυτοκίνητο ιδίως μέσα σε μια στροφή plural
- η ιδιότητα του να κρατιέται σταθερό το σχήμα που δίνεται στα μαλλιά
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.