Meaning of κούτσουρο | Babel Free
/ˈku.t͡su.ɾo/Ορισμοί
- μεγάλο κομμάτι από τον κορμό ή από χοντρό κλαδί δέντρου
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
κάτι που φαίνεται ή είναι βαρύ και άκαμπτο figuratively
-
αυτός που δεν έχει μορφωθεί ή δεν μπορεί να μορφωθεί figuratively
-
ο άνθρωπος που έχει απομείνει χωρίς οικογένεια και φίλους figuratively
Ισοδύναμα
English
Log
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.