HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουφαίνω | Babel Free

Verb CEFR B2
kuˈfe.no

Ορισμοί

  1. κάνω κάποιον κουφό προσωρινά ή μόνιμα
  2. κάνω κάποιον να ακούει ήχο υψηλής έντασης, που θα μπορούσε να τον κάνει κουφό
  3. αφήνω εμβρόντητο κάποιον, προκαλώ αμηχανία
    slang
  4. προκαλώ κώφωση

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“θα μας κουφάνει πάλι ο γείτονας με τη μουσική του!”
“τον κούφανε με όσα του έλεγε”
“τα ντεσιμπέλ που παράγει αυτή η συσκευή μπορεί να κουφάνουν”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουφαίνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course